Φόρτωση Εκδηλώσεις
Αυτή η εκδήλωση έχει τελειώσει.

‘Ωρα ‘Εναρξης: 7.00 μ.μ.
Σκηνοθεσία: Juliano Ribeiro Salgado, Wim Wenders
Πρωταγωνιστούν: Sebastião Salgado, Wim Wenders, Lélia Wanick Salgado
Διάρκεια: 110 λεπτά
Είσοδος: Δωρεάν

Περίληψη

Tα τελευταία 40 χρόνια, ο φωτογράφος Σεμπαστιάο Σαλγκάδο ταξιδεύει σε όλες τις ηπείρους καταγράφοντας τις αλλαγές της ανθρωπότητας. Έχει υπάρξει αυτόπτης μάρτυρας μεγάλων γεγονότων της πρόσφατης ιστορίας μας. Παρών σε πολέμους, λιμούς, κύματα προσφύγων και συνοδοιπόρος με ανθρώπους όλων των ειδών και χρωμάτων από διαφορετικές φυλές, συνεχίζει να ταξιδεύει στον πλανήτη αναζητώντας παρθένα σημεία του, άγρια χλωρίδα και πανίδα και μεγαλοπρεπή μοναδικά τοπία σε ένα τεράστιο έργο καταγραφής της ομορφιάς του πλανήτη Γη.

Ο Σεμπαστιάο Σαλγκάδο, οι εικόνες του, οι ιστορίες του και η σοφία που έχει αποκτήσει μέσα από τις μοναδικές εμπειρίες του, παρουσιάζονται στο ΑΛΑΤΙ ΤΗΣ ΓΗΣ μέσα από τα μάτια του γιου του, Τζουλιάνο Σαλγκάδο, και του Βιμ Βέντερς, σκηνοθέτη -μεταξύ άλλων- των εξαιρετικών ντοκιμαντέρ «Buena Vista Social Club» και «Pina». Μια συγκινητική ταινία που ξεπερνά κατά πολύ το θέμα της και μεταμορφώνεται σε σπουδή για τον άνθρωπο και το περιβάλλον του.

Πόσο καιρό γνωρίζετε προσωπικά τον Σεμπαστιάο Σαλγκάδο; Είχατε ήδη εντυπωσιαστεί απο το έργο του πριν τον συναντήσετε;
Γνώριζα το έργο του Σεμπαστιάο Σαλγκάδο εδώ και σχεδόν 25 χρόνια. Είχα αγοράσει δύο φωτογραφίες πριν πολύ καιρό, κι αυτό πραγματικά άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή μου και με συγκίνησε. Τις έβαλα σε κορνίζα και από τότε κρέμονται πάνω από το γραφείο μου. Εμπνευσμένος από αυτές τις φωτογραφίες επισκέφθηκα μια έκθεσή του με τίτλο «At Work». Από τότε, είμαι ένας άνευ όρων θαυμαστής του έργου του Σεμπαστιάο, παρόλο που τον ίδιο τον καλλιτέχνη τον γνώρισα προσωπικά μόνο πέντε ή έξι χρόνια πριν.

Τι ήταν αυτό που στάθηκε καταλυτικό για το πρότζεκτ «Το Αλάτι της γης»;
Συναντηθήκαμε στα γραφεία του στο Παρίσι. Με ξενάγησε στο στούντιό του και ανακάλυψα το έργο του «Γένεσις». Αυτή ήταν μια συναρπαστική νέα αφετηρία στο έργο του, και όπως πάντα, ένα έργο τεράστιας εμβέλειας που θα ξεδιπλωνόταν σε βάθος χρόνου. Ήμουν γοητευμένος από την αποφασιστικότητά του και από τη στενή σχέση έχει με το έργο του. Συναντηθήκαμε και πάλι, ανακαλύψαμε την κοινή μας αγάπη για το ποδόσφαιρο και αρχίσαμε να μιλάμε για τη φωτογραφία γενικότερα. Μια μέρα, με ρώτησε αν θα με ενδιέφερε να τον συνοδεύσω σε ένα ταξίδι που ήδη είχαν ξεκινήσει μαζί με τον γιο του Τζουλιάνο, χωρίς συγκεκριμένο στόχο και για το οποίο πίστευαν ότι χρειάζονταν μια διαφορετική άποψη, αυτήν ενός outsider.

Από τη στιγμή που αποφασίσατε να συν-σκηνοθετήσετε την ταινία με τον Τζουλιάνο, τον γιο του Σεμπαστιάο Σαλγκάδο, είχατε να επιλύσετε τυχόν προβλήματα; Ο τεράστιος όγκος του υλικού, ή η επιλογή των φωτογραφιών;
Πέρα από τις σκηνές που ο Τζουλιάνο φιλμογραφεί τον πατέρα του, βασιστήκατε και σε άλλο αρχειακό υλικό;
Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν στην πραγματικότητα η αφθονία του υλικού. Ο Τζουλιάνο είχε ήδη συνοδέψει τον πατέρα του σε πολλά ταξίδια σε όλο τον κόσμο. Έτσι, υπήρχαν ατελείωτες ώρες εικόνων ντοκιμαντέρ. Είχα προγραμματίσει να συνοδεύσω τον Σεμπαστιάο σε τουλάχιστον δύο «αποστολές» – στον βορρά της Σιβηρίας και σε μια εκστρατεία με αερόστατο πάνω από τη Ναμίμπια – αλλά έπρεπε να το ακυρώσουμε, γιατί αρρώστησα και δεν μπορούσα να ταξιδέψω. Έτσι, άρχισα να επικεντρώνομαι στο φωτογραφικό έργο του και κάναμε αρκετές συνεντεύξεις στο Παρίσι. Αλλά όσο περισσότερο ανακάλυπτα το έργο του, τόσες περισσότερες ερωτήσεις είχα. Και φυσικά, είχα πρόσβαση σε ένα τεράστιο φωτογραφικό αρχείο.

Η παρουσία σας στην ταινία είναι ζεστή και διακριτική: πού και πότε έγιναν οι συνεντεύξεις με τον Σεμπαστιάο Σαλγκάδο; Και τι ήταν αυτό που καθόρισε την επιλογή των φωτογραφιών που συζητήσατε μαζί;
Κατά τις πρώτες συνεντεύξεις εμφανιζόμουν στην κάμερα. Αλλά καθώς οι συζητήσεις μας προχωρούσαν, είχα όλο και περισσότερο την αίσθηση ότι θα πρέπει περισσότερο να «εξαφανιστώ» και να παραχωρήσω όλο το πεδίο στον Σεμπαστιάο, και πάνω απ ‘όλα, στις φωτογραφίες. Το έργο θα πρέπει να αφεθεί να μιλήσει από μόνο του. Έτσι είχα την ιδέα μιας σκηνοθετικής προσέγγισης χρησιμοποιώντας ένα είδος «σκοτεινού θαλάμου»: ο Σεμπαστιάο ήταν μπροστά από μια οθόνη και, κοιτάζοντας τις φωτογραφίες που προβάλλονταν εκεί, απαντούσε στις ερωτήσεις μου σχετικά με αυτές. Η κάμερα ήταν πίσω από αυτή την οθόνη, και μαγνητοσκοπούσε διαμέσου των φωτογραφιών – αν μπορούμε να το πούμε έτσι -, χάρη σε ένα ημι-διαφανές κάτοπτρο που ταυτόχρονα στόχευε στις φωτογραφίες και στον θεατή. Πίστευα ότι αυτό θα ήταν το πιο οικείο περιβάλλον για τους θεατές, όπου θα τον ακούν να εκφράζει τον εαυτό του και παράλληλα θα ανακαλύπτουν το έργο του. Λίγο πολύ απορρίψαμε όλες τις «παραδοσιακές» συνεντεύξεις, εκ των οποίων κρατήσαμε μόνο μερικά κομμάτια, τα οποία λειτούργησαν περισσότερο ως το προπαρασκευαστικό στάδιο για τις συνεδρίες μας στον «σκοτεινό θάλαμο». Επιλέξαμε τις φωτογραφίες μαζί, και οι επιλογές αυτές υπαγορεύτηκαν κυρίως από τις ιστορίες που μου είπε ο Σεμπαστιάο, και οι οποίες αναφέρονται στην ταινία. Aφιερώσαμε ατέλειωτες ώρες σ’ αυτό.

Toν ενθαρρύνατε να σχολιάσει τις φωτογραφίες του κάνοντας αναδρομή πίσω στο χρόνο και τον τόπο όπου ελήφθησαν: Ένα ορυχείο χρυσού στη Βραζιλία, ο λιμός στο Σαχέλ, η γενοκτονία στη Ρουάντα και ούτω καθεξής. Πρόκειται, ως επί το πλείστον, για τραγικές εικόνες. Θεωρείτε ότι τις παρουσιάζει «ωραιοποιημένες», όπως κάποιοι τον έχουν κατηγορήσει;
Στον «σκοτεινό θάλαμο», ανατρέξαμε σε ολόκληρο το φωτογραφικό έργο του Σεμπαστιάο, λίγο πολύ κατά χρονολογική σειρά, για μια εβδομάδα. Ήταν πολύ δύσκολο γι ‘αυτόν – και για εμάς που βρισκόμαστε πίσω από την κάμερα επίσης – επειδή ορισμένες λήψεις είναι πολύ σκληρές και μερικές είναι πραγματικά ανατριχιαστικές. Για τον Σεμπαστιάο ήταν σαν να επέστρεφε σε αυτά τα μέρη και αυτές οι εσωτερικές διαδρομές «στην καρδιά του σκότους» νιώθαμε να μας καταβάλουν. Μερικές φορές χρειαζόταν να σταματήσουμε και να βγω έξω μια βόλτα, για να αποστασιοποιηθώ λιγάκι απ’ ό, τι είχα μόλις δει και ακούσει.
Όσον αφορά το ζήτημα του κατά πόσον οι φωτογραφίες του παραείναι «ωραιοποιημένες», ή υπερβολικά άρτιες αισθητικά, διαφωνώ πλήρως με τις επικρίσεις αυτές. Όταν φωτογραφίζεις τη φτώχεια και τον ανθρώπινο πόνο, θα πρέπει να δώσεις με μια συγκεκριμένη αξιοπρέπεια το θέμα σου ώστε να αποφευχθεί η διολίσθησή σου σε μια ματιά κρυμμένη και από απόσταση. Δεν είναι εύκολο. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την προϋπόθεση ότι έχεις αναπτύξει μια καλή σχέση με τους ανθρώπους που βρίσκονται μπροστά από το φακό και μπορείς πραγματικά να εισχωρήσεις στη ζωή τους και την κατάσταση που βρίσκονται.

Ελάχιστοι φωτογράφοι το έχουν διαχειριστεί αυτό. Οι περισσότεροι φτάνουν κάπου, βγάζουν μερικές φωτογραφίες και φεύγουν. Ο Σεμπαστιάο δεν λειτουργεί τα μεγαλύτερα φωτογραφικά πρότζεκτ του. Ως εκ τούτου, ήταν προφανές ότι κι εκείνη θα βρισκόταν στο επίκεντρο της ταινίας. Πρόκειται για μια καταπληκτική γυναίκα, πολύ δυνατή, πολύ ειλικρινή, έντιμη και αξιολάτρευτη. Και πολύ αστεία. Οι Σαλγκάδο γελούν πραγματικά πάρα πολύ!

Το τελευταίο μέρος της ταινίας είναι ένα αναπάντεχο ταξίδι, γεμάτο οικειότητα και ταυτόχρονα δυναμικά οικολογικό: η επιστροφή της οικογένειας Σαλγκάδο στο ράντσο τους στο Aimores, στη Βραζιλία. Το μαγευτικό τοπίο, που είχε καταστραφεί από την αποψίλωση των δασών και το απίστευτο στοίχημα των Σαλγκάδο, το οποίο όπως βλέπουμε ήδη έχει αποφέρει αποτελέσματα: η αναφύτευση δύο εκατομμυρίων δέντρων! Για τον Σαλγκάδο ως άνθρωπο και ως φωτογράφο των πιο δραματικών ανθρωπίνων συγκρούσεων, θα μπορούσαμε να μιλάμε για ένα happy-end;
Από την αρχή ήξερα ότι έπρεπε να διηγηθώ δύο ιστορίες ταυτόχρονα, σκεπτόμενος ότι οι Σαλγκάδο έχουν, εκτός από την φωτογραφία, ένα ακόμη σημαντικό κεφάλαιο στη ζωή τους: την αφοσίωσή τους στην οικολογία, το πρόγραμμα αναδάσωσης που έστησαν στη Βραζιλία και τα σχεδόν θαυματουργά αποτελέσματα που πέτυχαν. Αυτό έδωσε ένα «happy-end» στον Σεμπαστιάο, μετά από όλη εκείνη τη δυστυχία της οποίας είχε υπάρξει αυτόπτης μάρτυρας, και την κατάθλιψη που πέρασε την τελευταία φορά που επέστρεψε από τη Ρουάντα μετά τα αβάσταχτα γεγονότα που είχε βιώσει εκεί. Όχι μόνο αφιέρωσε την πιο πρόσφατη δουλειά του «Genesis» στη φύση, αλλά θα μπορούσε κανείς να πει ότι η φύση ήταν εκείνη ακριβώς που του επέτρεψε να μην χάσει την πίστη του στην ανθρωπότητα.

Trailer Ταινίας

Εισιτήρια

Η Είσοδος για την παράσταση είναι ελεύθερη.

Επερχόμενες Εκδηλώσεις

  • Royal Opera House Presents: La forza del destino

    8 Μαΐου

    Η δύναμη του πεπρωμένου (La forza del destino) είναι μία opera σε 4 πράξεις του Ιταλού συνθέτη Τζουζέπε Βέρντι, γραμμένη πάνω σε ιταλικό λιμπρέτο του Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε βασισμένο σε ένα ισπανικό θεατρ...

  • Royal Opera House Presents: Faust

    22 Μαΐου

    Πρόκειται για μία από τις δημοφιλέστερες γαλλικές όπερες και βασίζεται στη διάσημη ομότιτλη τραγωδία του Γκαίτε.